Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: πάντα επίκαιρος

 

 

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: πάντα επίκαιρος

της Μαρίας Χρ. Πασχούδη*

«Γυρίζω πολλά χρόνια πίσω, μόλις είχα τελειώσει το Ημιγυμνάσιο της γενέτειρας μου, της Ίμβρου, την Κεντρική Σχολή, όπως τη λέγαμε εκεί, και ενεγράφην στην πρώτη τάξη του Λυκείου της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Τότε άρχισα να αντιγράφω σε ένα απλό τετράδιο τα ποιήματα, τα οποία μιλούσαν στην ψυχή μου. Μέσα σ’ αυτό το τετράδιο, μεταξύ άλλων ποιημάτων του Δροσίνη, του Πολέμη, του Μιλτιάδη Μαλακάση, του Μπολέτση, έχω πολλά ποιήματα του Καβάφη.» Κάπως έτσι ξεκίνησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος την εισήγησή του στο Συνέδριο που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη τον περασμένο Απρίλιο στα πλαίσια του εορτασμού των 150 χρόνων από τη γέννηση και των 85 από το θάνατο του Κωνσταντίνου Πέτρου Καβάφη. Αναζητώντας περισσότερα στοιχεία για την τεκμηρίωση της επικαιρότητάς του, θα βρούμε πως το 2013 – 150 χρόνια από τη γέννησή του και ογδόντα πέντε από το θάνατό του, την ημέρα των γενεθλίων του στις 29 Απριλίου του 1933,- οργανώνονται ποικίλες δράσεις και θεατρικές αποδόσεις του έργου και της ζωής του, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά στην Ευρώπη, Αμερική ακόμη και στη μακρινή Ιαπωνία. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε ακόμη και στο τραγούδι «Η Μαριάνθη των Ανέμων» του Μ. Χατζιδάκι που σαφώς παραπέμπει δημιουργικά στα καβαφικά «Κεριά», αλλά και τη δημιουργία έκδοσης των ποιημάτων του με το σύστημα ανάγνωσης για τους τυφλούς.

To PEN American Center σε συνεργασία με το ‘Ιδρυμα Ωνάση (ΗΠΑ) οργάνωσαν μείζονα εκδήλωση για τον Κ.Π.Καβάφη, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2013 στο Town Hall της Νέας Υόρκης. Στην εκδήλωση αυτή, διάσημοι συγγραφείς, μελετητές, ηθοποιοί και καλλιτέχνες, όπως η Ολυμπία Δουκάκη, η Kathleen Turner, ο Orhan Pamuk, ο Daniel Mendelsohn, ο Edmund Keeley και άλλοι, θα «συνομιλούν» με το έργο του Καβάφη, σε μια θεατροποιημένη παράσταση με σκοπό να αναδειχθούν η διαχρονικότητα και η οικουμενικότητα του ποιητή. Το DVD της εκδήλωσης θα διανεμηθεί σε σχολεία και πανεπιστήμια της Αμερικής. Στο Ίδρυμα Ωνάση έχει περιέλθει και το Αρχείο Καβάφη και ήδη γίνονται αφιερώματα εξ αφορμής αυτού του γεγονότος. Στο διαδίκτυο, στην Ιστοσελίδα του Σπουδαστηρίου του Νέου Ελληνισμού μπορεί ο αναγνώστης να βρει αναγνώσεις ποιημάτων του.

Ίσως στην Ιαπωνία  να συμβαίνει και το πιο ενδιαφέρον, αλλά και το πιο πειστικό αποδεικτικό πως ο Καβάφης είναι πάντα επίκαιρος και οικουμενικός. Εκεί ομάδα 21 φοιτητών με την εποπτεία του καθηγητή Dino Sato κατασκεύασαν animation με έμπνευση από τα ποιήματα του. Έτσι συνδυάστηκε η τεχνολογία και η ποίηση σε ένα πρωτότυπο και εξίσου μαγευτικό παιχνίδι. Το «Art/European Animation Center», μια αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, με τη συνεργασία του «Musashino Art University» του Τόκιο παρουσίασαν σε διοργάνωση την πρωτότυπη αυτή οπτικοακουστική έκθεση και στην Αθήνα με τον τίτλο «Ο Κ.Π. Καβάφης στο Τόκιο». Έτσι η ποίηση του Καβάφη έγινε η γέφυρα, για να επικοινωνήσουν οι Ιάπωνες φοιτητές με την ελληνική ποίηση και να βρουν κοινά στοιχεία των δύο λαών και οι Έλληνες να επιχειρήσουν να αντιληφθούν την τέχνη των κόμικς των Ιαπώνων φοιτητών και ό,τι αυτή κομίζει. Αν μη τι άλλο είναι μια συγκλονιστική και εξίσου ανατρεπτική συνομιλία.

Με αφορμή το ποίημα «Μονοτονία» του Κ.Π. Καβάφη, η καλλιτεχνική ομάδα Μedea Εlectrοnique υλοποιεί το οπτικοακουστικό γλυπτό / installation «Μονοτονία», το οποίο θα παρουσιαστεί στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 2014. Στο έργο, η ομάδα διερευνά τις «μονότονες σκέψεις», οι οποίες καθορίζουν την καθημερινότητά μας. Σύμφωνα με τους Μedea Εlectrοnique, οι πλαστές ψευδαισθήσεις υλικών στόχων, οδηγούν σε  έναν κύκλο γεγονότων που δημιουργούν ένα μονότονο μοτίβο ζωής. Στόχος του έργου είναι να παροτρύνει τον κάθε θεατή ξεχωριστά να συνδέσει πολλαπλές στιγμές της καθημερινότητάς του, χρησιμοποιώντας ήχους και εικόνες που κινούνται σε ένα φαινομενικά μονότονο κύκλο, με σκοπό τη δημιουργία μιας ατομικής διαδρομής.

Στο Διαπολιτισμικό Γυμνάσιο Αθηνών, ένας μαθητής από τη Συρία επιχειρεί να διαβάσει φωναχτά μέσα στην αίθουσα το «Όσο μπορείς» του Κ. Π. Καβάφη. Μια αλληγορική ιστορία για το ταξίδι του κάθε ανθρώπου μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή. Με αφορμή το «Όσο μπορείς» του Αλεξανδρινού ποιητή, ο Γρηγόρης Ρέντης (σκηνοθεσία) και η παιδοψυχίατρος /σκηνοθέτης και επικεφαλής της Εφηβικής Σκηνής της Στέγης, Σοφία Βγενοπούλου (σενάριο), γύρισαν μια ταινία μικρού μήκους, η οποία συγκινεί με το μήνυμά της. Το έργο του Κ. Π. Καβάφη για άλλη μια φορά υπερπηδά τα στεγανά του ελλαδικού πολιτισμικού χώρου, καθώς ενώνει τα διακριτά μέλη της τάξης σε ένα κοινωνικό σύνολο, το οποίο χαρακτηρίζεται από πραγματική αλληλεγγύη. H ταινία θα προβληθεί σε σχολεία σε όλη τη χώρα και στον κινηματογράφο.

Ο Καβάφης με τις κωνσταντινουπολίτικες ρίζες του, με την αλεξανδρινή του αγωγή και με την κοσμοπολίτικη εμπειρία του, από ερασιτέχνης περιφερειακός ποιητής του απόδημου ελληνισμού έγινε βαθμιαία ο κεντρικός ποιητής του Μείζονος Ελληνισμού, του καινούργιου πλατιού ελληνικού κόσμου που άνοιξε ο Μεγαλέξανδρος, που υπερασπίστηκαν οι Βυζαντινοί, που αναπτέρωσε ο Βενιζέλος και σήμερα ακόμα, παρά τις αναδιπλώσεις του εκτείνεται από την Κύπρο ως την Τασκένδη, και από τον Καναδά ως την Αυστραλία. Είναι ο κόσμος της κοινής ελληνικής λαλιάς. Με αυτά τα λόγια απλά και όμως μεστά, ο Γεώργιος Σαββίδης[1], αποδίδει τον τρόπο που πραγματοποίησε ο Καβάφης το ιδανικό του: να γίνει ποιητής. Γιατί αυτή ήταν και παραμένει η μεγαλύτερή του αρετή. Αποφάσισε από νωρίς ότι θα γίνει ποιητής. Ούτε πολιτικός ούτε ιστορικός ούτε δάσκαλος ούτε φιλόσοφος.

Κοσμοπολίτης, αλλά και μοναχικός, είναι ένας ποιητής δεμένος με τον ελληνισμό,  βρήκε όμως το νήμα να μιλάει στην εποχή μας και παράλληλα να έχει μία ευρωπαϊκή και παγκόσμια απήχηση. Εμπνέεται και μεστώνει από τα διακριτικά στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, καθιστώντας το έργο του βαθιά ελληνικό και για τούτο παγκόσμιο.

«Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς — τι άλλο είμεθα; —
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Aσίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό».

Το έργο του  είναι επίκαιρο σήμερα, γιατί το διακείμενο της ποιητικής του συντελεί στην κατανόηση του παρόντος. Ακόμη και μεμονωμένες αράδες από τα ποιήματά του, περιγράφουν καλά τον αποπροσανατολισμένο άνθρωπο του σήμερα, μετέωρος  ανάμεσα σε μια τεράστια και άκρως γοητευτική ιστορική και πολιτιστική παράδοση και, συνεπώς, το σπαρακτικό αίσθημα μιας ευθύνης που καθένας από εμάς νιώθει ή θα έπρεπε να νιώθει απέναντι στην κληρονομιά του. Η ποίησή του δεν παράγει κυριαρχικά και αποκλειστικά συγκίνηση, δεν γράφτηκε για το dulce ούτε όμως και για το utile.  Αφήνει κατασταλαγμένη εμπειρία και προβληματισμό και σκέψη. Απαιτεί έναν αναγνώστη σε εγρήγορση να αντιληφθεί το μήνυμα, να μεταφέρει τα γεγονότα και να αποστάξει την ουσία.

Για παράδειγμα στην Άννα Κομνηνή γράφει:

«Στον πρόλογο της Αλεξιάδος της ,

η Άννα Κομνηνή θρηνεί για τη χηρεία της.


Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε
(κι ας μην τ’ ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά,
που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλείαν  ν’ αποκτήσει· μα την πήρε
σχεδόν μές’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης».

Είναι μια ποίηση που δείχνει από μέσα εκκρεμή την ανθρωπολογία, όπως γράφει ο Γιάννης Δάλλας[2]. Αποκαλύπτει διλήμματα συνειδήσεων, αδιέξοδα στα μεταίχμια της ιστορίας, αναδεικνύει πρόσωπα που η ιστορία και η μοίρα αγνόησε ή έπαιξε τραγικό παιχνίδι, όπως στον Καισαρίωνα, το γιο της Κλεοπάτρας και του Αντώιου, σπαράζει για τις πληγές από τη φθορά του αμείλικτου  χρόνου, χωρίς όμως να χάνει την αξιοπρέπειά του, αξιοποιώντας το προσωπείο του Ιάσωνα Κλεάνδρου, του ανώνυμου γέροντος, απομονώνοντας τη χρονική στιγμή του γήρατος και εστιάζοντας στη φανερή αντίφαση ανάμεσα στον ήρωα και στα γερασμένα άλογα  του Αχιλλέα. Πλάθει το alter ego του, τοποθετεί τη στιγμή στα πιο ακραία σημεία του ελληνισμού, σε χρόνους δύσκολους, αμφίβολους, κρίσιμους, μεταβατικούς. Ο χρόνος, απώτερος και πρόσφατος, είναι αδιαίρετος και συνεχώς παρών στην ποίησή του, χωρίς, βέβαια, να εγκλωβίζεται ο ποιητής μέσα στα όρια του. Αυτός τροφοδοτεί την ποίηση με σύμβολα και συνειρμούς. Μέσα στο χθες αναγνωρίζει ο μυημένος αναγνώστης το παρόν και ανιχνεύει στοιχεία του μέλλοντος.

Ποτισμένα με μια διάχυτη μελαγχολία τα ποιήματα, διακρίνονται για τα ειλικρινή αισθήματα. Είναι η ποίηση που μας έμαθε πως «σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα/ που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι να πούνε..» ή μας έδειξε με λόγο λιτό και σαφή πως « Η Ιθάκη δε σε γέλασε. /Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,/ ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν». Είναι ο ποιητής που απάντησε έγκυρα σε ερωτηματικά που αναφύονται σε περιόδους κρίσης:

 «Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.»

(Εν μεγάλη Ελληνική Αποικία 200 π.Χ.) (γραμμένο το 1928).
Ο Καβάφης λειτουργεί κυρίως μέσα από σύμβολα. Η τέχνη του είναι η συγκέντρωση αρχετύπων, που δίνουν ένα φευγαλέο υπαινικτικό νόημα στο λόγο του. Αντλεί μνήμες από το παρελθόν, από τη συλλογική ψυχή της φυλής και τις αποθέτει στο παρόν, ενίοτε ως προειδοποίηση για τα μελλούμενα. Είναι τέτοια η σχέση του με τη συλλογική ψυχή και τα περιεχόμενά της, που θεωρείται προδρομικός της σχέσης της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα με τη συλλογική συνείδηση.

Γράφει στο « Από Υαλί χρωματιστό»:

«Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια
στην στέψιν, εν Βλαχέρναις, του Ιωάννη Καντακουζηνού
και της Ειρήνης Aνδρονίκου Aσάν.
Καθώς δεν είχαν παρά λίγους πολυτίμους λίθους
(του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς.  Ένα σωρό κομμάτια από υαλί,
κόκκινα, πράσινα ή γαλάζια. Τίποτε
το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές
δεν έχουν κατ’ εμέ τα κομματάκια αυτά
από υαλί χρωματιστό. Μοιάζουνε τουναντίον
σαν μια διαμαρτυρία θλιβερή
κατά της άδικης κακομοιριάς των στεφομένων.
Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των ένας Κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός,
μια Κυρία Ειρήνη Aνδρονίκου Aσάν». 

Νομίζω πως οποιοσδήποτε μπορεί να αποσυμβολοποιήσει και να αναγνωρίσει μέσα από τους συνειρμούς τη σύνδεση με το δικό μας παρόν και να δει πως ο ποιητής δεν κάνει ιστορία, αλλά, απλώς και από τη φύση της ιδιότητάς του, με ανοιχτά τα μάτια της ψυχής βλέπει και αισθάνεται. Ο Καβάφης σε ιδιόχειρο κριτικό σημείωμα γράφει[3]: «Η τέχνη καταπιάνεται αποκλειστικά με πράγματα όπως επηρεάζουν την ανθρώπινη αίσθηση και ψυχή. Δουλειά της είναι να βαθαίνει τις φυσικές εντυπώσεις που προκαλούν πάνω στα ζωντανά πλάσματα. Δεν παρασταίνει ψεύτικα τα πράγματα, μα αληθινά όπως φαίνονται στους ανθρώπους. Ζητά επιταχτικά τι έχει να πει στους ανθρώπους, τι μπορεί να γίνει για τούτους.[…] ολόκληρη η λειτουργία του καλλιτέχνη στον κόσμο συνίσταται στο να είναι ένα πλάσμα που βλέπει και αισθάνεται». Ο ποιητής είναι αυτός που τον πλησιάζει και την ακούει «η μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων» και την «προσέχει ευλαβής»(Σοφοί δε προσιόντων 1915)

Γίνεται, επομένως, αντιληπτό πως με αυτό το σημείο αναφοράς στην ενασχόληση με την ποίηση, ο λόγος του γίνεται  προφητικός,  αλλά και αναγκαίος. Ιδιαίτερα σε εποχές κρίσης ο ποιητικός λόγος του υπενθυμίζει θεμελιώδεις έννοιες. Ο Μανώλης Μαραγκούλης, Διευθυντής του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού της Αλεξάνδρειας, υπεύθυνος του Μουσείου του Κ.Π. Καβάφη, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: «μέσα από το έργο του Καβάφη καθίσταται σαφές ότι ο Ελληνισμός θα πρέπει να προσαρμόζεται στις συνθήκες μ’ ένα στοχαστικό τρόπο κι όχι αστόχαστα. Αυτό μεταφράζεται, μέσα από τη σημερινή επικαιρότητα την οποία ζούμε και βλέπουμε ότι είναι μια κατάσταση εξαθλίωσης και απόλυτης παρακμής».

Άλλωστε, σε τέτοια δύσκολη περίοδο έζησε και ο ίδιος ο ποιητής, αν αναλογιστούμε τις οικογενειακές του δυσκολίες, με την πτώχευση της οικογένειας μετά το θάνατο του πατέρα του, αλλά και όλο το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της περιόδου από το 1870 και ως το 1933, έτος θανάτου του. Στην πρώιμη περίοδο της ποιητικής του παραγωγής γοητευόταν από το Βυζάντιο, πιθανόν από τις καταβολές του και τη φιλοπατρία του. Αργότερα όμως και σταδιακά επέλεξε την ελληνιστική εποχή συμπεριλαμβανομένου και ενός τμήματος της ρωμαϊκής περιόδου, μετά Χριστόν και την πλήρη επίδραση του Ελληνισμού, ως την καταλληλότερη περίοδο, για να τοποθετήσει τα πρόσωπα και πράγματα[4]. Επιλέγει να ασχοληθεί με την ελληνιστική εποχή όχι τυχαία,  αλλά επειδή πρόκειται στην ουσία για μια περίοδο μεταβατική. Αυτό που κατορθώνει είναι να συνδυάσει το παρελθόν με το παρόν και μέσα από αυτό τον συνδυασμό να βρει την ευκαιρία να καυτηριάσει σύγχρονες πρακτικές, επιλέγοντας κατάλληλα ιστορικά παραδείγματα.

Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης

«Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια, τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού, ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης Αριστομένης, υιός του Μενελάου. Ως το όνομά του, κ’ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική. Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά δεν τες  επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων. Αγόραζε βιβλία ελληνικά, ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά. Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος. Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο, κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε. Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος. Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας, έμαθ’ επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται· κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά, κ’ οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό, ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι».

Από ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ σημείωμα του: 1902
«Συχνά παρατηρώ τι λίγη σπουδαιότητα που δίδουν οι άνθρωποι στα λόγια. Ας εξηγηθώ. Ένας απλούς άνθρωπος (με το απλούς δεν εννοώ βλαξ: αλλά όχι διακεκριμένος) έχει μιαν ιδέα, κατακρίνει ένα θεσμόν ή μιαν γενικήν γνώμην· ξεύρει ότι η μεγάλη πλειοψηφία σκέπτεται αντιθέτως προς αυτή· ως εκ τούτου σιωπά, θαρρώντας πως δεν οφελεί να ομιλήση, στέκοντας που με την ομιλία του δεν θ’ αλλάξη τίποτε. Είναι ένα μεγάλο λάθος. Εγώ πράττω αλλέως. Αδιάφορον εάν δεν συμφωνή κανένας μαζί μου. Ο λόγος μου δεν πάγει χαμένος. Μπορεί από τους μη συμφωνούντας τώρα, να τον θυμηθή κανένας – εις ευνοϊκήν περίστασιν εις το μέλλον, και, με την συγκυρίαν άλλων περιπτώσεων, να πεισθή, ή να κλονισθή η εναντία του πεποίθησις. – Έτσι και εις διάφορα άλλα κοινωνικά ζητήματα, και εις μερικά που κυρίως απαιτείται Πράξις. Γνωρίζω που είμαι δειλός και δεν μπορώ να πράξω. Γι’ αυτό λέγω μόνον. Αλλά δεν νομίζω που τα λόγια μου είναι περιττά. Θα πράξη άλλος. Αλλά τα πολλά μου τα λόγια – εμού του δειλού– θα τον ευκολύνουν την ενέργειαν. Καθαρίζουν το έδαφος».

Μέσα από αυτές τις λεπτολόγες σημειώσεις του, χαρτογράφησε την αντίληψη περί ποιητικής, και έτσι απαντάται το ζήτημα περί επικαιρότητάς του: φρόντισε ο ίδιος να γίνει επίκαιρος, πάντα. Όμως η διαχρονικότητά του έγκειται και στον τόπο που τοποθετεί τα πράγματα και πρόσωπα: Η Εγγύς Ανατολή. Γοητευτική, μαργιόλικη, πονεμένη, δοξασμένη και πάντα επιθυμητή, αλλά τραγική. Γράφει στο «Ας φρόντιζαν»:

«Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.»

Ή στην «Επάνοδο από την Ελλάδα»:

«Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσι είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Aιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά».

Ποίηση και γλώσσα, ιστορία και ζωή είναι πολυεπίπεδες, διασταυρούμενες παλίμψηστες. Καταργούνται οι χρονικές συμβάσεις, παρελθόν και εκάστοτε παρόν επικοινωνούν, αλληλοπεριχωρούνται, η αντιφατικότητα των ανθρωπίνων καίρια, παρούσα.

Ένα ουσιαστικό, επίσης, συστατικό στοιχείο της ποίησης του αποτελεί η ειρωνεία, το συνωμοτικό γέλιο ανάμεσα σε υποψιασμένους. Είναι το αποκλειστικό και θεμιτό όπλο του, έναντι όλων εκείνων που ξεγελούν τον εαυτό τους. Με τη χρήση όμως αυτής της τεχνικής, ο αναγνώστης μπορεί να υπερβεί εποχές και να φτάσει στις δικές του εμπειρίες.

«Ρώτησε την καρδιά σου,/ Όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν/ δεν χαιρόσουν και συ; Αξίζει να γε-/ λοιούμαστε; …

 Α, όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά. Σ’ Έλληνες σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες».(Επάνοδος από την Ελλάδα). Οι συνειρμοί δικοί σας.

Ένα άλλο σημείο που βοηθά στο εγχείρημά μας να αναδείξουμε την παντοτινή επικαιρότητα του καβαφικού έργου είναι ο τρόπος διαχείρισης των αρχαίων που μας δείχνει με τη ζωή και την τέχνη του. Γράφει σε ιδιωτικό του μνημόνιο το 1910: «Εργάζομαι σαν τους αρχαίους. Έγραφαν ιστορία, έκαμναν φιλοσοφία, δράματα μυθολογικής τραγικότητος –ερωτοπαθείς- τόσοι τους – όμοια σαν εμένα.» Ας προσέξουμε το «όμοια σαν εμένα» όχι όμως αυτός σαν τους αρχαίους, αλλά οι αρχαίοι όμοια σαν αυτόν. Κατοχυρώνει το παρόν όχι ως στείρα απομίμηση του παρελθόντος αλλά ως δυνατότητα ανάλογης λειτουργίας. Ο σύγχρονος κόσμος δεν είναι υποδεέστερος του αρχαίου. Όπως το κλασικό οδηγεί σε διανοητικές υψηλές εμπειρίες, έτσι και το παρόν προκαλεί υψηλή αισθητική συγκίνηση, αρκεί να συντρέχει η …συγκυρία.

Ο Καβάφης χρησιμοποιεί στα ποιήματά του πρόσωπα δευτερεύουσας σημασίας ή δημιουργεί ο ίδιος ιστορικές φυσιογνωμίες που τις χρησιμοποιεί ως προσωπεία, μάσκες, για να μιλήσει, αποδίδοντάς τους συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η συγκρότηση της προσωπικής μυθολογίας που δημιουργεί, γίνεται η αφορμή για μια μελέτη επάνω στη διαχρονική ανθρώπινη συμπεριφορά. Άλλωστε ο ποιητής, φύσει και θέση, συγκινείται από την αντιφατική αρμονία των ιδιότυπων εκείνων χαρακτηριστικών, που μπορεί να ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο, είτε πρόκειται για ένα ιστορικό πρόσωπο είτε για κάθε απλό άνθρωπο.

Έτσι, ενδεικτικά, μπορούμε να δούμε την  τραγική θέση του ανθρώπου στα ποιήματα:  Η ΠΟΛΙΣ, τα ΤΕΙΧΗ, τα ΠΑΡΑΘΥΡΑ,  οι ΤΡΩΕΣ, η ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ, η ΔΕΗΣΙΣ. Αναδεικνύεται το λυρικό – αισθησιακό στοιχείο στα: ΕΝ ΕΣΠΕΡΑ, ΦΩΝΕΣ, ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ, ΚΕΡΙΑ, ΚΑΤΩ ΑΠ’ΤΟ ΣΠΙΤΙ, ΓΚΡΙΖΑ, ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΠΡΩΪΟΥ, ΘΥΜΗΣΟΥ ΣΩΜΑ. Προβάλλει ο φιλοσοφικός – προτρεπτικός λόγος στα ποιήματα: ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ, ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ, ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ, ΙΘΑΚΗ, ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ.

Αν σκύψουμε προσεκτικά στο έργο του θα συνειδητοποιήσουμε πως ο Καβάφης είναι διαχρονικός, γιατί υπάρχει μια φιλοσοφική διάσταση στα ποιήματα του, και στα ιστορικά και στα ερωτικά, που δεν καταντά, ωστόσο, ανούσιος διδακτισμός, αλλά συμπυκνώνει μια καίρια, όχι όμως καταπιεστική, προτροπή στον άνθρωπο: να ζήσει, να γευτεί, να βιώσει εμπειρίες. Τα ποιήματά του υπερβαίνουν την καθημερινή πρακτική, χωρίς, ωστόσο, να την αγνοούν, αναδεικνυόμενα έτσι σε τόσο επίκαιρα και με τόσο θεμελιακές αξίες, που ο ενεργός αναγνώστης αναρωτιέται αν πράγματι είναι γραμμένα για μια εποχή και μια κοινωνία, όπως η σημερινή, πολλά χρόνια πριν.

Κλείνοντας, ας συλλογιστούμε πόσο τα τραγικά αδιέξοδα του ανθρώπου, ο κίνδυνος παθητικοποίησης μπροστά στην αδυναμία εύρεσης λύσης, η «ανοησία», η περιχαράκωση, η αποξένωση είναι ξένα, άραγε, στη δική μας εποχή και πόσο ο ποιητής Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης τα έθεσε και τα θέτει για 100 και πλέον τώρα χρόνια. Και πόσο η παγκοσμιοποιημένη τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία μας, που αναγόρευσε την επιστημονική έκρηξη σε πανάκεια, αφήνει περιθώρια στον άνθρωπο να καθορίσει ουσιαστικά και ουσιωδώς την ποιότητα της ζωής του, να ασχοληθεί με το πνεύμα, να σκύψει μέσα του σε μια πραγματική εσωτερική αναζήτηση και να ενδιαφερθεί για το «είναι» και όχι το «φαίνεσθαι».

Μπορεί να αλλάζουμε τόπους με ταχύτητα ελάχιστων ωρών ή και λεπτών ακόμη, να επικοινωνούμε με ipad, iphone, να έχει κατασκευαστεί το μικροσκοπικό εργαλείο που θα στέλνει στην πηγή του πόνου το φάρμακο, αλλά αδυσώπητη παραμένει η διαπίστωση: «Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς/ τους ίδιους…/ Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην τη γη τη ρήμαξες». Ο σύγχρονος άνθρωπος οφείλει στον εαυτό του να μη μένει πλάνης, αλλά να ξέρει πως ο «Γάλβας κρυφά το στράτευμα του συναθροίζει και το ασκεί[5]»· η διορία δεν είναι αρκετή.

Σημειώσεις

[1] Γ.Π.Σαββίδη, «Τι εκόμισε στην Τέχνη ο Καβάφης», περιοδικό Επτά Ημέρες- Καθημερινή, τόμος ΝΓ΄,92

[2] Γ. Δάλλα, «Ο ποιητής των μελλουσών γενεών», περιοδικό Επτά Ημέρες- Καθημερινή, τόμος ΝΓ΄,73

[3] Κ.Π.Καβάφη, Πεζά, Μελέτες, Αποκηρυγμένα, παρουσίαση Γ. Πικρού, εκδ. Γ. Οικονόμου, Αθήνα χ.χ., 243-244πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της περιόδου από το 1870

[4] Κ.Π.Καβάφη, Πεζά, Μελέτες, Αποκηρυγμένα, ό.π., 11-12

[5] Κ.Π.Καβάφη, Η Διορία του Νέρωνος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s